- δολοπλοκία
- η (AM δολοπλοκία) [δολοπλόκος]εξύφανση δόλων, μηχανορραφία.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
δολοπλοκία — η η μηχανορραφία, ο δόλιος σχεδιασμός και τρόπος δράσης: Η ιστορία είναι γεμάτη με ιστορίες δολοπλοκίας … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
δολοπλοκίας — δολοπλοκίᾱς , δολοπλοκία subtlety fem acc pl δολοπλοκίᾱς , δολοπλοκία subtlety fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δολοπλοκίαι — δολοπλοκία subtlety fem nom/voc pl δολοπλοκίᾱͅ , δολοπλοκία subtlety fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δολοπλοκίῃσιν — δολοπλοκία subtlety fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ίντριγκα — η δολοπλοκία, ραδιουργία, μηχανορραφία, σκευωρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. ισπαν. intriga < λατ. intricare «περιπλέκω»] … Dictionary of Greek
απάτη — I Όρος ο οποίος στηνομική γλώσσα δηλώνει την αθέμιτη συμπεριφορά ενός υποκειμένου, η οποία οφείλεται στην πρόθεση να κατακτήσει δικαιώματα τρίτων ή να αποφύγει την εφαρμογή ενός νομικού κανόνα. Στο δίκαιο, η α. εκτός του ότι είναι συμπεριφορά… … Dictionary of Greek
εντροπία — Θερμοδυναμικό μέγεθος. Μεταφράζει σε μαθηματική μορφή τις συνέπειες του δεύτερου θερμοδυναμικού αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο η ολοκληρωτική μετατροπή της θερμότητας σε μηχανικό έργο είναι αδύνατη. Από τις πρώτες εμπειρικές γνώσεις, βασισμένες… … Dictionary of Greek
ευθυπλοκία — εὐθυπλοκία, ἡ (Α) ευθύ πλέξιμο, ομαλή ύφανση. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ευθυπλόκος (ευθυ * + πλόκος < πλέκω) κατά τα δολο πλόκος > δολοπλοκία, στεφανη πλόκος > στεφανηπλοκία] … Dictionary of Greek
κατεμπλοκή — και καταμπλοκή, ἡ (Μ) [κατεμπλέκω] συκοφαντία, δολοπλοκία … Dictionary of Greek
κατεριθεύομαι — (Α) νικώ, καταβάλλω με δολοπλοκία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐριθεύομαι «επιδιώκω με δόλια μέσα δημόσια θέση»] … Dictionary of Greek